Καλέστε Το Σκότος

“Καλέστε το σκότος, καλέστε το σκότος. Αρπάχτε το και σφίξτε το κι ονειρευτείτε μέσα του. Το μεγαλείο του χαιρετίστε και το θρίαμβό του προσκυνήστε” έψελναν ως χορωδία οι μάγισσες, περπατώντας ανάμεσα στα φλεγόμενα ερείπια της πόλης Τρόιτ.

Ελάχιστοι περαστικοί επιβίωσαν από την εισβολή. Κι όσα άτομα είχαν απομείνει ζωντανά, φοβόταν να κουνηθούν ή να σηκωθούν από τα σημεία όπου οι εκρήξεις τα είχαν τινάξει, ώστε να μην τραβήξουν πάνω τους την προσοχή, μήπως και γλιτώσουν τις ζωές τους. Οι μάγισσες, πάντως, δεν έδειχναν να ενδιαφέρονται ποιοι έζησαν και ποιοι πέθαναν. Προσπερνούσαν πτώματα, φλόγες, ερείπια και παιδιά που φώναζαν κι έκλαιγαν τρομοκρατημένα.

“Ο ουρανός έγιανε, η Σάμνα επανήλθε. Καλέστε το σκότος να κυβερνήσει. Καλέστε το Τέλος, καλέστε το Μέλος. Από τα πέρατα του Σύμπαντος, καλέστε το Τόξο και το Βέλος.”

Όσο οι μάγισσες έψελναν και προχωρούσαν προς το Μουσείο Πολιτικής Ιστορίας, τα σύννεφα που είχαν φέρει μαζί τους άλλαζαν μορφές και χρώματα, ώσπου πιάσαν φωτιά κι απλώθηκαν σχηματίζοντας ένα μεγάλο μαύρο ιστό, σαν της αράχνης, απ’ άκρη σ’ άκρη στον ταλαιπωρημένο ουρανό της Σάμνας. Φτάνοντας στην πύλη του Μουσείου, οι μάγισσες ανατίναξαν με τα ξόρκια τους την πόρτα και συνέχισαν βιαστικά στο εσωτερικό του. Δεν χρειάστηκε να ψάξουν ανάμεσα στα εκθέματα, καθώς ήταν φανερό ότι γνώριζαν εξ’ αρχής πού έπρεπε να κατευθυνθούν. Φτάσανε στο τμήμα Απόκρυφης Ιστορίας και περικύκλωσαν την Πέτρινη Μήτρα, ένα κατασκεύασμα σκαλισμένο στο σχήμα ενός μεγάλου αυγού, άγνωστης χρησιμότητας και σκοπού, μιας και πουθενά δεν σώζονταν κανένα σχετικό κείμενο και καμία αναφορά.

Για πολλούς αιώνες, στο εσωτερικό της Πέτρινης Μήτρας τίκτοναν το Πλάσμα. Μακριά από τα μάτια των Νεκρών Θεών, μακριά από τ’ αυτιά και τα βλέμματα των ράμνων, των γνώμων και των νάνων. Κι ούτε ο ίδιος ο Λαθύγγενος δεν είχε ποτέ του μάθει για την Πέτρινη Μήτρα. Μοναχά μία γνώριζε, μοναχά εκείνη που έφτιαξε τη Μήτρα και της έδωσε κίνηση και κίνητρο. Η Γρακμενβάνσρια η Σκοτεινή, η Απεχθέστατη, η Μητέρα Των Σκοτεινών Χρόνων, η Μεγάλη Μάγισσα της αρχαιότητας.
Οι μάγισσες σήκωσαν τα χέρια τους με τις παλάμες στραμμένες προς την Πέτρινη Μήτρα, λες και ικέτευαν εναγωνίως για κάποια ελεημοσύνη από την πλευρά του απεχθούς κατασκευάσματος.

“Καλούμε το σκότος, καλούμε το έρεβος. Ζητούμε την οδό εις την Άβυσσον, ποθούμε τη Μαύρη Πληγή που περιμένει στον Προορισμό μας” έψαλαν, πιο σιγά αυτή τη φορά.

Μόλις ξανάνοιξαν τα στόματά τους για να συνεχίσουν την ψαλμωδία, πάνω στο σκληρό κέλυφος της Πέτρινης Μήτρας άνοιξαν τρύπες και μέσα από κάθε τρύπα εκσφενδονίστηκε κάτι λεπτό, κάτι που σφύριζε καθώς τινάζονταν, σαν δερμάτινο μαστίγιο. Υπήρχε ένα για κάθε μάγισσα, ένα για την καρδιά της κάθε μάγισσας. Καθώς η κοφτερή άκρη διαπερνούσε με ορμή το στήθος και μπήγονταν στην καρδιά, οι μάγισσες βγάλαν ταυτόχρονα μια κραυγή, όχι από πόνο, όχι από ξάφνιασμα. Ήταν η κραυγή που συνοδεύει τον τρόμο, τον αναπόφευκτο τρόμο, εκείνον που πρόβαλλε σπάζοντας το πέτρινο αυγό από μέσα, που τίναζε αδέξια τα λεπτά πλοκάμια του, πετώντας και διαμελίζοντας τα πτώματα των μαγισσών ολούθε στο δωμάτιο.

“Χαράχ!” στρίγγλισε το Πλάσμα.

Χωρίς να νοιάζεται για το αίμα και για τα κομμάτια κρέατος που άφηνε στο διάβα του, βγήκε από την κατεστραμμένη πύλη του Μουσείου πατώντας με τα πλοκάμια του στο πάτωμα, στους τοίχους, και στα ταβάνια. Σταμάτησε όταν αισθάνθηκε πολλά μικρά καψίματα να λούζουν στο σώμα του. Ήταν ριπές λέιζερ που έπεφταν ασταμάτητα επάνω του. Ο στρατός είχε καταφτάσει για να αντιμετωπίσει την απειλή, μα κανένα από τα όπλα τους δεν μπορούσε να διαπεράσει το ακατανόητο δέρμα του.

Δεν έδωσε σημασία στις ριπές, ούτε στα άγνωστα πλάσματα που έτρεχαν πανικόβλητα γύρω του. Ο κόσμος που η Μάγισσα είχε εμφυτεύσει στις αναμνήσεις του ήταν διαφορετικός από εκείνον που παρατηρούσε τώρα γύρω του. Δεν νοιάζονταν για τα άγνωστα πράγματα του περιβάλλοντός του. Το ένστικτό του το ωθούσε προς ένα άλλο μέρος, ένα μέρος παλιό, πιο παλιό από οτιδήποτε άλλο υπήρχε στη Σάμνα εκείνη την ημέρα. Ξανακούνησε τα πλοκάμια του και περπάτησε. Αγνοώντας κάθε βλέμμα που ήταν καρφωμένο πάνω του, όρμησε μπροστά τρέχοντας. Προχώρησε για μέρες, για εβδομάδες, για μήνες, χωρίς σταματημό. Και στο τέλος της διαδρομής πίσω του ακολουθούσαν όλες οι στρατιές της Σάμνας. Μπροστά του, όμως, έστεκε ο παλιός πύργος της Μεγάλης Μάγισσας, με τα κομμένα μέλη της ακόμη κρεμασμένα από τη στέγη του, σαπισμένα από τα χρόνια και χιλιοκαμένα από το Φως. Με ένα δυνατό σάλτο, το Χαράχ άφησε πίσω τις στρατιές του κόσμου, πέρασε από ένα παράθυρο και κρύφτηκε στο εσωτερικό του πύργου. Το Δαιμονόσπερμα είχε μόλις επιστρέψει στη μήτρα που το γέννησε.