Ο Άντρας Ανάμεσα Στους Κόσμους [Πιθανότητα 2]

«Πανκύρια Κόσμη: Το φαινόμενο κατά το οποίο κάθε υπαρκτό συναντάται σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις. Αυτό ήταν. Σε δύο λεπτά θα έχω προχωρήσει σε ένα νέο κόσμο, ένα νέο σύμπαν. Μη με περιμένετε. Πηνελόπη, αγάπη μου, έρχομαι να σε βρω. Να σε φέρω πίσω. Ο κόσμος θα είναι ίδιος με αυτόν, αλλά σε μια διαφορετική πιθανότητα. Θα είμαστε, όμως, μαζί ξανά. Συγγνώμη που πέθανες εξαιτίας μου.»

Ο Τραϊανός ασφάλισε τον ηχογράφο του καλά σε μια τσέπη της πλαστικής στολής του και πέρασε μέσα από την πύλη, τη λευκή τρύπα, που τον περίμενε ενεργή στο εργαστήριό του.

Ένας επιστήμονας που ψάχνει παράλληλους κόσμους, δε θα τους βρει χρησιμοποιώντας ορθολογιστική υπεροψία. Η ταπεινότητα της παρατήρησης είναι που επεκτείνει τα όρια της αντίληψης. Έτσι πορευόταν και ο Τραϊανός σε όλα τα χρόνια της εργασίας του μέχρι εκείνη τι στιγμή. Η μεταβλητή, όμως, του συναισθήματος έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα στην ύπαρξη.

Καθώς η ενέργεια του άντρα άρχισε να συμπορεύεται με τν ενέργεια της λευκής πύλης, η θλίψη και η ταραχή στην καρδιά του αλλοιώσανε τη σταθερότητα της αύρας του. Έτσι, αντί να φτάσει σε μια διαφορετική πιθανότητα του δικού του κόσμου, ο Τραϊανός πάτησε σε μια παραμορφωμένη πραγματικότητα από την οποία έλλειπαν οι γνωστοί σε εκείνον νόμοι της φύσης.

Πώς μπορούσε να αντιληφθεί ένα κόσμο χωρίς χρώματα και σχήματα; Πώς κατάφερε να ζήσει και να φύγει από εκεί; Δε ξέρει, ούτε έχει τρόπο να μάθει. Έμεινε σε εκείνον τον υλικό εφιάλτη για δύο ώρες, ή δύο ημέρες, ή δύο χρόνια. Και, καθώς ένιωθε το θάνατο να καλύπτει το σώμα του, καθώς ετοιμαζόταν να λυτρωθεί από ένα κόσμο που ποτέ δεν ήθελε να μάθει ότι υπάρχει, μεταφέρθηκε σε ένα σύμπαν τελείως διαφορετικό.

«Πιθανόν να πέθανα. Ο θάνατος δεν αποκλείει το να είμαι αλλού. Η ενέργεια δεν εξαλείφεται, αλλά μετατρέπεται.» είπε στον εαυτό του. Και, πράγματι, ένα τέτοιο σύμπαν θα ταίριαζε στις ψυχές που χάνουν το σώμα τους. Ίσως αληθινά να είχε πεθάνει ο Άντρας Ανάμεσα Στους Κόσμους.

Το σκοτάδι δεν ήταν πέπλο στον κόσμο τούτο. Το φως και το χάος έδιναν στα στοιχεία την αίσθηση της σημειακής ενέργειας, καθώς φαινόταν να μην υπάρχει χειροπιαστή ύλη. Ο χρόνος βρισκόταν διαρκώς στο μηδέν ή στο άπειρο. Η σύγχυση των παλιών του αισθήσεων δε τον άφηνε να πιθανολογήσει για το αποτέλεσμα του περιβάλλοντός του.

Αλλά δε χρειάστηκε να απελευθερωθεί από την αλλόκοτη θέση στην οποία βρισκόταν. Από τη στιγμή που αισθάνθηκε την παρουσία της αγαπημένης του κοντά του, ο παράξενος εκείνος κόσμος έγινε ξαφνικά απλός και ασήμαντος.

«Πηνελόπη; Αγάπη μου;» προσπάθησε να φωνάξει. Αυτό που ακούστηκε δεν ήταν η φωνή του, δεν ήταν καν ομιλία, αλλά το αποτέλεσμα παρέμενε ηχητικό.

«Τραϊανέ; Είσαι εδώ;» ένιωσε να του απαντάει εκείνη. Ήταν υπέροχο συναίσθημα. Το μοναδικό γνώριμο συναίσθημα στο παντελώς άγνωστο εκείνο σύμπαν. Η κοπέλα του ήταν πλέον κοντά του.

«Ήρθες και με βρήκες! Δε ξέρω αν είμαι χίλιες μέρες ή χίλια χρόνια παγιδευμένη εδώ, αλλά ήρθες για μένα!» φώναξε η Πηνελόπη.

Μπορούσε να τη νιώσει να κλαίει από συγκίνηση. Δε μπορούσε να τη δει ή να την ακούσει. Τίποτα σε εκείνο τον κόσμο δεν ήταν ολοκληρωτικά αισθητό, ορατό ή ακουστικό. Οι διαστάσεις και οι αισθήσεις ήταν συνδυασμένες σε ένα θεωρητικό, αλλά απρόσμενα υπαρκτό, υπόβαθρο.

«Είμαι εδώ τώρα! Δε θα σε αφήσω ξανά!» της είπε εκείνος.

Και, με μια λαμπερή αόρατη ένωση, οι υπάρξεις τους αλληλοσυμπληρώθηκαν