Ο Θάνατος Και Ο Δαίμονας Του Ίνγκριμ

«Κανένας γονιός δε πρέπει να θάβει το παιδί του» έλεγε και ξαναέλεγε μια απροσδιόριστη φωνή μέσα στο κεφάλι της. «Αυτό που γίνεται τώρα, είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια μητέρα.»

Η κατάσταση είχε γίνει πλέον εξαιρετικά αληθινή για τη Ριντίνα. Δύο μέρες πιο πριν είχε γίνει μάρτυρας του ατυχήματος του μεγάλου της γιού με πολύ άμεσο και άσχημο τρόπο. Και, τώρα, κάτι μέσα της προσπαθούσε να την κάνει να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα έχει ένα παιδί λιγότερο.

Τα μάτια της, κατακόκκινα και κατάμαυρα ταυτόχρονα από την άθλια ψυχολογική της κατάσταση, ήταν διαρκώς καρφωμένα επάνω στον Ίνγκριμ, που έμοιαζε με πτώμα ξαπλωμένο στο κρεβάτι του θεραπευτικού θαλάμου.

Τον παρατηρούσε ασταμάτητα. Τα μάτια του, το χρώμα του δέρματός του, τα τρεμάμενα χείλη του. Έλιωνε από στεναχώρια στην όψη των ξεραμένων του δαχτύλων και του ατροφικού στήθους του.

«Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, μη μού τον πάρεις!» προσευχόταν αδιάκοπα, από μέσα της, στη Θιλκίνια. «Πάρε εμένα, για τ’ όνομα του Λον Έαρεν, πάρε εμένα!» έσκουζε η ψυχή της κατεστραμμένης γυναίκας.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Ίνγκριμ ψέλλισε κάτι. Πλησίασαν όλοι για να ακούσουν καλύτερα.

«Εί- είναι ώρα» κατάφερε να πει ο μισοπεθαμένος άντρας.

Το σώμα του είχε αρχίσει να κινείται με ένα παράξενο τρόπο. Θα έλεγε κανείς ότι αόρατα χέρια τον πιάνανε και τον πείραζαν από τη θέση του. Για μια στιγμή βυθίστηκε λίγο μέσα στο στρώμα του κρεβατιού, σαν κάτι να τον τράβηξε προς τα κάτω.

«Τι έγινε; Τι έπαθες;» τον ρωτήσανε με αγωνία. Τρομάξανε. Σε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε φοβόταν ότι θα πεθάνει.

«Με τραβάει».

«Πού; Ποιός;» Είχανε εκπλαγεί.

«Από πάνω!» Χαμογέλασε αστειευόμενος. «Εσείς πού λέτε;»

«Σε τραβάει η Θεά κοντά της Ίνγκριμ;» ρώτησε ο μικρός του αδερφός, φοβισμένος και ταυτόχρονα απορημένος.

«Η Θεά δε τραβάει προς τα κάτω, Γκριμ».

Ο μικρός τρόμαξε.

«Τότε τι;»

Ο Ίνγκριμ κοιτούσε προς τα επάνω, εκεί που βρίσκεται η Θιλκίνια, για όσο προλάβαινε ακόμη.

Η μητέρα του είχε καταλάβει. Κλάματα απελπισίας την κατέλαβαν.

«Δεν είναι δυνατόν!» κατάφερε να πει μέσα από τα δάκρυά της. «Το μωρό μου, το αγόρι μου!»

«Δεν είναι δυνατόν;» απόρησε ο Ίνγκριμ. Γύρισε προς το μέρος της. «Το αγόρι σου είναι πολύ τυχερό που ακόμη και τώρα του έχει δοθεί χρόνος να σε κοιτάζει και να μιλάει σε αυτόν τον κόσμο».

Όλοι γύρω του είχαν καταλάβει και πέσανε σε απόγνωση. Αρχίσανε να κλαίνε, άλλοι πνιχτά, άλλοι με λυγμούς και ο μικρός Γκριμ επειδή αντιλαμβανότανε ότι κάτι πολύ κακό πρόκειται να συμβεί.

Ξαφνικά ο Ίνγκριμ βυθίστηκε πολύ απότομα. Μέσα στο λαιμό του, ένα πνιγμένο στιγμιαίο επιφώνημα πετάχτηκε, χωρίς να βγει από το στόμα του. Το στήθος του κόλλησε τόσο κάτω, που σχεδόν διπλώθηκε με το κεφάλι του. Ο μορφασμός του προσώπου του δεν ήταν μορφασμός φόβου. Δε προσπαθούσε να ξεφύγει. Ήθελε, αλλά ήξερε ότι δε γινόταν πια. Μόνο περίμενε. Περίμενε να δει πώς ήταν να πεθαίνεις μακριά από τη Θεά. Άκουγε τους ήχους της προσπάθειας του Δαίμονά του. Τον τραβούσε προς τα κάτω. Τον ήθελε κάτω. Η ψυχή βρίσκεται στο κέντρο του στήθους. Από εκεί τραβούσε ο Δαίμονας. Έπαιρνε την ψυχή του Ίνγκριμ.

Ορμήσανε όλοι να τον πιάσουνε, μην τυχόν και ο Δαίμονας τον πάρει μαζί του.

«Δε χρειάζεται να με κρατάτε. Ο Δαίμονας δε τραβάει το σώμα μου».

«Ο Δαίμονας;» Γούρλωσε τα μάτια του ο μικρός Γκριμ. Άρχισε να κλαίει περισσότερο. Τώρα ήταν πολύ τρομαγμένος. «Ο Δαίμονας παίρνει τον αδερφό μου!»

«Δε με παίρνει εκείνος, Γκριμ», γύρισε και του εξήγησε. «Εγώ τον κάλεσα. Κάνει ό,τι του είπα».

Ο Γκριμ έφριξε όταν άκουσε αυτά.

«Μαμά, τι λέει;» ρώτησε με ανυπόφορη αθωότητα τη μητέρα του.

Φυσικά η μητέρα του δεν υπήρχε περίπτωση να απαντήσει εκείνη τη στιγμή. Προσπαθούσε να κοιτάξει το σπλάχνο της, αγαπώντας το ακόμα και τώρα που ήξερε ότι είχε ψυχή δαιμονική.

«Ποτέ δεν έπαψα να σ’ αγαπάω, μωρό μου, ό,τι κι αν ήσουν, ό,τι κι αν είσαι, όπως κι αν έζησες!»

Τον αγκάλιαζε σφιχτά κι έκλεγε την ώρα που του μιλούσε.

«Σ’ αγαπάω» του είπε. «Πάντα θα σ’ αγαπάω, γιατί είσαι το παιδί μου!»

Εκείνος κοιτούσε τα μάτια της, που ήταν υπερβολικά υγρά και έλαμπαν στο Φως που άφηνε πίσω του. Η Θεά του είχε κάνει τη χάρη να του δώσει την ικανοποίηση να δακρύσει, έστω και για λίγο.

«Κι εγώ σ’ αγαπάω μαμά» ψιθύρισε ο Ίνγκριμ.

Έπειτα, καθώς έπιανε με τα χέρια του το δικό της χέρι, το στήθος του άρχισε να βυθίζεται πολύ μέσα στο στρώμα. Το μισοτελειωμένο πτώμα τελείωσε και η φωνή του έσβησε. Το κεφάλι του έγειρε προς τα πίσω και τα μάτια του κλείσανε. Στο πρόσωπό του είχε απομείνει το αποτέλεσμα της ζωής του.

Η μάνα του κράτησε στη μνήμη της για πάντα τον πόνο που αντίκρισε στο βλέμμα αυτό.

«Αντίο μωρό μου» είπε εκείνη με απερίγραπτα απόκοσμη φωνή.

Σήκωσε το κεφάλι του και τον φίλησε στο μέτωπο. Προσπαθούσε να νιώσει την ψυχή της. Αισθάνθηκε ότι και η δική της ψυχή είχε φύγει από το σώμα της, αλλά τελικά θυμήθηκε το άλλο της παιδί, το Γκριμ, και πήρε όση αντοχή χρειαζόταν για να μη πεθάνει από απελπισία.

Έπιασε το μικρό από το χέρι, τον αγκάλιασε με όση δύναμη είχε απομείνει στο μητρικό της ένστικτο και βγήκε μαζί του στο διάδρομο.

«Μαμά, πού είναι ο Ίνγκριμ;» βγήκε η αναμενόμενη ερώτηση από τα χείλη του μικρού.

Τον κοίταξε στα μάτια. Σκοτάδι είχε τυλίξει τη ζωή της.

Μαύρη πλέον η ύπαρξή της.

«Πουθενά».