Σημάδια

«Σκοτάδι. Όχι έξω. Έξω ο κόσμος ισορροπεί. Στηρίζεται επάνω στο θάνατο και στην ελπίδα και ισορροπεί. Το μέσα σκοτάδι είναι που πληγώνει. Και πληγώνει με όλους τους τρόπους.»

Σταμάτησε. Άνοιξε το χέρι και άφησε το μολύβι να πέσει επάνω στο ανοιχτό τετράδιο. Με την ανοιχτή παλάμη αγκάλιασε το μπράτσο του άλλου χεριού. Ένιωσε μια μικρή, πολύ μικρή ανακούφιση. Είναι παράδοξα γαλήνια αυτή η ανακούφιση κι ας κρατάει μονάχα λίγα δευτερόλεπτα. Αμέσως, ο πόνος επέστρεψε. Και ο άλλος πόνος επέστρεψε επίσης. Άρπαξε το μολύβι και συνέχισε να γράφει.

«Πόνος. Η κραυγή από μέσα μου προσπαθεί να βγει, σκίζοντας το δέρμα. Αφήνοντας σημάδια επάνω του. Συνήθως τη συγκρατώ. Αλλά, απόψε το τέρας νίκησε και βγήκε έξω ξανά. Ο εαυτός μου κρύβεται, τυλιγμένος γύρω μου, περιμένοντας να επιστρέψει για να κλάψει επιτέλους.»

Σηκώνοντας για μια στιγμή το μολύβι από το χαρτί, έφερε την παλάμη του άλλου χεριού στο στήθος. Στο μέρος της καρδιάς. Στην Πηγή. Και στα σημάδια που κάλυπταν την Πηγή. Ο πόνος επάνω στα σημάδια ήταν μεγάλος, αλλά ο άλλος, εκείνος που βρίσκεται από κάτω τους, είναι αβάσταχτος. Ακούμπησε το μολύβι στο χαρτί και ξανάρχισε να γράφει.

«Το αίμα θα στεγνώσει. Πάντα στεγνώνει. Τα σημάδια θα ξεθωριάσουν. Ο πόνος, όμως, θα συνεχίσει να καταστρέφει. Μέχρι το τέρας να με ξανασκίσει και να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Και, πριν το αντιληφθώ, θα έχει ήδη αποφασίσει για εμένα για άλλη μια φορά.»

Σταμάτησε ξανά. Άφησε το μολύβι κι έσπρωξε το τετράδιο στην άκρη.

Στάθηκε για λίγο χωρίς να κινείται, χωρίς να σκέφτεται, δίχως να ενδιαφέρεται.

Είχε τελειώσει. Το τέρας είχε ξαναμπεί μέσα και κοιμόταν, άγνωστο για πόσο ως συνήθως. Είχε τελειώσει κι αυτή η καταιγίδα. Το χάος έκανε διάλλειμα ξανά και τώρα το μυαλό είχε ανάγκη τη Λήθη.

Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το κρεβάτι. Ξάπλωσε επάνω σε ένα γκρίζο σεντόνι, χρωματισμένο με κόκκινες σταγόνες ανεκπλήρωτων ονείρων. Ακόμα και κάτω από το πιο ελαφρύ σκέπασμα πονάνε τα σημάδια. Από μόνη της η επαφή τους με την πραγματικότητα είναι αρκετή για να τα πιέσει ή να τα ανοίξει περισσότερο.

Έκλεισε τα μάτια, έκλεισε τα δάκρυα και το μυαλό πέρασε στη Λήθη. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αφελούς, αθώας ησυχίας. Το σκοτάδι ήταν ακόμα εκεί, ο πόνος ζούσε συνεχώς μέσα. Η μέρα που μόλις είχε φύγει, θα ξαναρχόταν. Και, στο ενδιάμεσο, θα έκανε όσα βήματα μπορούσε να αντέξει, ώσπου το τέρας να ξυπνήσει ξανά.

Έτσι χαράσσουν κάποια άτομα την πορεία τους στον κόσμο. Όχι με λέξεις, ούτε με ήχους, ούτε με έργα.

Με σημάδια.