Φάντασμα

Μετά από πολλές εβδομάδες έρευνας και αναζήτησης, ο Κρείτος κατόρθωσε να εντοπίσει το μέρος όπου οι δαίμονες κρατούσαν αιχμάλωτη τη γυναίκα του. Ήταν ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι, κρυμμένο βαθιά μέσα στο σκοτάδι μιας παγωμένης σπηλιάς, λίγο πριν την χιονισμένη κορυφή του όρους Πασίγετου.

Χωρίς να σκεφτεί, έσπρωξε την ξύλινη πόρτα και όρμησε μέσα. Τα πάντα στο εσωτερικό του σπιτιού ήταν τακτοποιημένα και καθαρά. Ζεστά, χοντρά χαλιά στο πάτωμα, αφράτοι καναπέδες και άνετες πολυθρόνες στο σαλόνι, τοποθετημένα μπροστά από ένα μεγάλο τζάκι στο οποίο ήδη έκαιγε μια δυνατή φωτιά. Τα πολύφωτα στο ταβάνι του σπιτιού ήταν πολλά και χάριζαν έντονο φως σε κάθε εκατοστό του σπιτιού. Τα έπιπλα ήταν παλιομοδίτικα, αλλά φαίνονταν σαν να είχαν μόλις βγει από το ξυλουργείο. Στην τραπεζαρία υπήρχε έτοιμο ζεστό φαγητό και πολλά μικρά κρύσταλλα κρέμονταν πάνω από το μεγάλο τραπέζι, χτυπώντας μεταξύ τους χαρούμενα, δίνοντας μια γιορτινή αίσθηση στο κατάφωτο σπίτι.

Ψάχνοντας ένα-ένα τα δωμάτια, ο Κρείτος κατάφερε να βρει τη γυναίκα του σε ένα από αυτά. Ήταν δεμένη σε έναν πέτρινο στύλο, πληγωμένη και φιμωμένη, αιμορραγώντας από τα μάτια της, το στόμα της και από πολλά άλλα σημεία. Το δωμάτιο στο οποίο κρατούνταν ήταν το μοναδικό σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού, και μόνο λίγο φως εισχωρούσε από ένα πάρα πολύ μικρό παράθυρο ψηλά στον τοίχο. Από πού μπορεί να έρχονταν εκείνο το φως, ο Κρείτος δεν μπορούσε να καταλάβει.

Μόλις προσπάθησε να λύσει τη γυναίκα του, εμφανίστηκαν οι δαίμονες και του είπαν πως, αν την ήθελε πίσω, θα έπρεπε να θυσιάσει τα συναισθήματά του για εκείνη. Κι όταν τους ρώτησε τί εννοούσαν, του εξήγησαν πως, αν έμενε για ένα χρόνο μέσα σε εκείνο το σπίτι, χωρίς να βγει ποτέ έξω και χωρίς να ανοίξει ποτέ την πόρτα του σκοτεινού δωματίου, τότε θα του επέτρεπαν να ελευθερώσει την γυναίκα του. Αν, όμως, παρενέβαινε τη συμφωνία, θα την σκοτώνανε.

Και ο Κρείτος συμφώνησε. Τόσο πολύ την ήθελε πίσω, που δεν πίστευε ότι τα συναισθήματά του για εκείνη θα επηρεάζονταν από την αναμονή. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός και οι μέρες γίνονταν εβδομάδες, τόσο τον τύφλωνε το δυνατό φως του σπιτιού. Κι όσο οι εβδομάδες γίνονταν μήνες, τόσο σιχαίνονταν το φαγητό που έβρισκε κάθε μέρα έτοιμο επάνω στο τραπέζι. Όταν έφτασε να περιμένει για μισό χρόνο, έσκισε τις πολυθρόνες και τους καναπέδες μανιασμένος, απελπισμένος να ξεσπάσει κάπου. Όταν είχαν απομείνει δύο μήνες για να κλείσει ο χρόνος, ο Κρείτος έσπασε και ξήλωσε όσα αντικείμενα μπορούσε και τα έκαψε στο τζάκι. Κι όταν απέμεινε ένας μόνο μήνας για να ξαναπάρει πίσω τη γυναίκα του, ο άντρας έπεσε σε κατατονία. Για να αντέξει τον πόνο του και να μην παραβεί τη συμφωνία, άφησε το μυαλό του και την καρδιά του να κλείσουν, να σβήσουν. Σαν άγαλμα πέρασε τον τελευταίο μήνα μέσα στο σπίτι. Απαθής κι αναίσθητος, άλλες φορές στέκονταν όρθιος και ακίνητος για ώρες μπροστά στην κλειστή πόρτα του σκοτεινού δωματίου κι άλλες φορές ξαπλωμένος δίπλα στο τζάκι. Στο μήνα εκείνο, ο Κρείτος δεν έφαγε και δεν ήπιε. Δε μίλησε, δεν έκλαψε, δε σκέφτηκε και δεν ένιωσε.

Και στην τελευταία μέρα του άγριου εκείνου χρόνου, περπάτησε σαν υπνωτισμένος μέχρι την πόρτα του σκοτεινού δωματίου και περίμενε. Κι όταν οι δαίμονες άνοιξαν την πόρτα και του ζήτησαν να μπει μέσα, ο Κρείτος ήταν αγνώριστος στα μάτια της γυναίκας του κι εκείνη στα δικά του. Κι όταν οι δαίμονες του δώσανε μαχαίρι για να κόψει τα σκοινιά της και τους άνοιξαν την εξώπορτα του σπιτιού για να φύγουν, εκείνος άφησε το μαχαίρι να πέσει στο πάτωμα και κάθισε δίπλα της, αμίλητος και ξένος.

Και, καθώς περνούσαν οι μέρες, οι φωνές της γυναίκας του, που τον ικέτευε να ξυπνήσει, γίνονταν όλο και πιο αδύναμες, όλο και πιο απελπισμένες. Κι όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε να καλέσει τους δαίμονες για να τους βοηθήσουν, εκείνοι δεν ξαναφάνηκαν. Πέρασαν εβδομάδες ώσπου η γυναίκα να πεθάνει από την πείνα, δεμένη πάντα στον πέτρινο στύλο. Ο Κρείτος, όμως, άντεξε περισσότερο. Και, μέχρι να παραδοθεί και το δικό του πνεύμα, παρέμενε καθισμένος πλάι στο πτώμα της γυναίκας του, σαν πέτρινος στύλος κι εκείνος, προσποιούμενος τον ζωντανό, παρόλο που είχε ήδη σκοτώσει τον εαυτό του ένα χρόνο πριν, όταν δέχτηκε την καταραμένη εκείνη συμφωνία.